Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Μαζί με τους ασθενείς η επόμενη ημέρα της Υγείας



«Είναι ατελέσφορο να περιορίζεις διαρκώς τους πόρους για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας καθώς, με αυτόν τον τρόπο, δημιουργείς νέους ασθενείς και βέβαια, μεσοπρόθεσμα, προκαλούνται νέες αυξητικές πιέσεις στις δαπάνες υγείας. Αυτή η επιλογή φαίνεται ότι υιοθετείται σε πολλές αναπτυγμένες χώρες, παρά το γεγονός ότι οι δαπάνες για πρόληψη, δημόσια υγεία και πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας αποτελούν ένα μικρό μέρος των συνολικών δαπανών υγείας».

Τη φράση αυτή καταθέτει στο Onmed.gr ο επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Υγείας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και επισκέπτης καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κυριάκος Σουλιώτης, προσθέτοντας: «Στην περίπτωση μάλιστα της χώρας μας όπου οι δαπάνες υγείας έχουν ήδη σημειώσει μια αξιοσημείωτη υποχώρηση τα τελευταία χρόνια, οποιαδήποτε περαιτέρω αναπροσαρμογή των στόχων δαπάνης για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας -όπως συνήθως γίνεται προς τα κάτω- ελέγχεται όχι μόνο για την εφικτότητα αλλά και για τη σκοπιμότητά της». 


Με αφορμή την ομιλία του την περασμένη Παρασκευή στο 12ο συνέδριο Healthworld με θέμα «Από το Μνημόνιο στην Ανασυγκρότηση της Υγειονομικής Περίθαλψης» και με παρεμβάσεις που έκαναν αίσθηση, όπως για παράδειγμα η πρότασή του για «συμμετοχή εκπροσώπων των ασθενών σε όλα τα διοικητικά συμβούλια και στη λήψη αποφάσεων οργανισμών που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με την υγεία», το Onmed.gr συνομίλησε με τον κ. Σουλιώτη για του που βρίσκεται σήμερα η υγεία των πολιτών και πως διαμορφώνεται η επόμενη ημέρα. Ο καθηγητής επίσης τοποθετήθηκε για μείζονα θέματα της υγείας, όπως πχ την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και το ρόλο του ΕΟΠΥΥ.

«Η μεταρρύθμιση στην ΠΦΥ είναι σήμερα περισσότερο απαραίτητη από ποτέ», σημειώνει και συνεχίζει: «Στην προσπάθεια αυτή είναι πρωτίστως απαραίτητος ένας αναβαθμισμένος ρόλος των ασθενών. Τα συστήματα υγείας υπάρχουν για να υπηρετούν τους πολίτες». «Ωστόσο, για την υλοποίηση αυτού του εγχειρήματος, θα απαιτηθούν ευρείες συναινέσεις. Για να υπάρξουν όμως αυτές θα πρέπει να δώσουμε ως χώρα μια μάχη με τις εμμονές μας που τόσα χρόνια μας έχουν οδηγήσει στο να αρνούμαστε οποιαδήποτε αλλαγή όσο απαραίτητη και επιστημονικά τεκμηριωμένη κι αν είναι αυτή. Ειδικά στο θέμα της ΠΦΥ, τα σχετικά κείμενα τεκμηριώνουν την αναγκαιότητα μιας παρέμβασης, τουλάχιστον εδώ και 15 χρόνια».

«Ωστόσο, ακόμη κι αν οι παραπάνω προϋποθέσεις καλυφθούν», συνεχίζει ο καθηγητής, το πρόβλημα της χρηματοδότησης εξακολουθεί να υφίσταται και να αποτελεί σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα για την όποια μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Θυμίζω ότι η Ελλάδα έχει πλέον κατά κεφαλήν δαπάνη υγείας κατά 1.000 ευρώ λιγότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ αν και ως ποσοστό του ΑΕΠ, η διαφορά φαίνεται μικρή. Ωστόσο, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο δείκτης που συνδέει τη δαπάνη υγείας με το ΑΕΠ δεν είναι αξιόπιστος λόγω της διαρκούς ύφεσης που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του ΑΕΠ κατά 25%. Περαιτέρω μείωση δεν θεωρείται ούτε εφικτή ούτε ωφέλιμη. Άλλωστε, μια και μιλάμε για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, το 2011 οι σχετικές δαπάνες είχαν είδη σημειώσει μια μείωση της τάξης του 18% σε σχέση με το 2009, με την τάση να είναι και στη συνέχεια πτωτική.


Πως θα περιγράφατε την οικονομική διαχείριση της υγείας στην χώρα μας τα τελευταία χρόνια; 

Αν το έκανα αυτό με έναν τίτλο θα πρότεινα τον εξής: “απαντώντας στην υπερβολή με μια νέα υπερβολή”, υπό την έννοια ότι η απάντηση της χώρας στις ακραίες σπατάλες του παρελθόντος είναι οι ακραίες πιέσεις στους τωρινούς και τους μελλοντικούς προϋπολογισμούς».


Πως μπορούμε όμως να ξεφύγουμε από αυτόν φαύλο κύκλο ρωτάμε τον κ. Σουλιώτη:

«Θα πρέπει να τολμήσουμε τις διαρθρωτικές αλλαγές που όλοι γνωρίζουμε ότι πρέπει να γίνουν αλλά τις αναβάλλουμε για τους “επόμενους” απαντά. Το παράδειγμα της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό: ο σχετικός νόμος είναι σε ισχύ από το 2004, κανείς όμως δεν επιχείρησε να τον εφαρμόσει, προφανώς διότι το σύστημα είχε “ισορροπήσει” με τα χρήματα που “νόμιζε” ότι διέθετε και μπορούσε να ξοδεύει αλόγιστα».

«Πάντως προσωπικά», συνεχίζει, «δεν θεωρώ “διόρθωση” μια χώρα με τον υψηλότερο δείκτη ιατρών ανά κάτοικο να βρίσκεται στην 5η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά στην αδυναμία κάλυψης των αναγκών των πολιτών για ιατρική επίσκεψη, κάτι φυσικά το οποίο δεν είναι ανεξάρτητο από το γεγονός ότι οι προβλεπόμενες δαπάνες του ΕΟΠΥΥ για πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας δεν ξεπερνούν το 8% του συνολικού προϋπολογισμού του Οργανισμού».

Ερωτηθείς για το μέλλον του ΕΟΠΥΥ και για το τι ρόλο θα μπορούσε να διαδραματίσει, εάν δηλαδή θα είναι μόνο αγοραστής ή και πάροχος, ο καθηγητής επισημαίνει τα εξής: «Το μείζον θέμα είναι κυρίως η χρηματοδότησή του και η δυνατότητα κάλυψης των αναγκών των μελών του. Το εάν αυτή η κάλυψη θα γίνεται και από τον ίδιο τον Οργανισμό ή από άλλες δημόσιες δομές, αυτό έπεται. Ο ΕΟΠΥΥ πρέπει να διεκδικήσει τους πόρους που απαιτούνται για την κάλυψη των αναγκών υγείας των πολιτών και να τους διαχειριστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και οι πολίτες να απαιτήσουν ένα λειτουργικό και αποτελεσματικό σύστημα κάλυψης των αναγκών τους, με εγγυητή τον ΕΟΠΥΥ. Πάντως επειδή δεν θέλω να αποφύγω την απάντηση στην ερώτησή σας, θα πω ότι προσωπική μου άποψη είναι πως η ενδυνάμωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας –που είναι το ζητούμενο– μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα μέσω ενός ενιαίου συστήματος το οποίο θα αξιοποιήσει όλες τις διαθέσιμες δομές και τους αντίστοιχους πόρους είτε αυτοί ανήκουν στο ΕΣΥ είτε στον ΕΟΠΥΥ. Και φυσικά, στο πλέγμα αυτό εντάσσονται και οι ιδιωτικές δομές που παρέχουν υπηρεσίες υπό ασφαλιστική κάλυψη». 

Τέλος, με αφορμή τις τοποθετήσεις του κ. Σουλιώτη στο Συνέδριο του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου αναφορικά με το μέλλον του υγειονομικού τομέα, τον ρωτάμε για το ποιος θα πρέπει να είναι ο προσανατολισμός μας από εδώ και πέρα.

Και απαντά χαρακτηριστικά: «Είναι γεγονός ότι κινούμαστε σε ένα εξαιρετικά δύσκολο και ασαφές περιβάλλον όπου δεν γνωρίζουμε τι μας περιμένει την επόμενη ημέρα. Η χώρα μας πέτυχε σημαντικούς στόχους στην υγεία με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, ωστόσο, η βιωσιμότητα του συστήματος και η απεμπλοκή από τη μονοδιάστατη δημοσιονομική οπτική των δανειστών μας, απαιτεί δικές μας πρωτοβουλίες και διαρθρωτικές αλλαγές. Αν δεν τις τολμήσουμε, χάνουμε το δίκιο μας…».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου