Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Μελέτη – σταθμός για τα φάρμακα στην Ελλάδα


Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να καταλάβει ότι στον τομέα του φαρμάκου έχουμε αποτύχει παταγωδώς. Οι δαπάνες είναι ανεξέλεγκτες και οι πολίτες αναγκάζονται να βάλουν το χέρι όλο και πιο βαθιά στην τσέπη. Μία νέα μελέτη έρχεται να τεκμηριώσει γιατί και πως η πολιτική φαρμάκου της χώρας μας έχει οδηγηθεί στα βράχια, αναδεικνύοντας παράλληλα με ποια κριτήρια είναι δυνατόν να καθορίσουμε επιτέλους πόσα χρήματα πρέπει να δαπανούμε για τη φαρμακευτική περίθαλψη των Ελλήνων.

Η μελέτη – σταθμός για την πολιτική υγείας της χώρα μας έγινε από ομάδα ερευνητών της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, με επικεφαλής τον καθηγητή κ. Νίκο Μανιαδάκη. Η ερευνητική ομάδα κατέγραψε και ανέλυσε τη διεθνή βιβλιογραφία, με στόχο να βρει ποιες είναι οι παράμετροι εκείνες, από τις οποίες εξαρτάται η φαρμακευτική δαπάνη σε μία χώρα.

Γιατί όμως έγινε η ανάλυση; Απώτερος σκοπός ήταν να προσδιοριστούν για πρώτη φορά ποιες είναι ανάγκες της χώρας σε δαπάνες για φάρμακα. Σημειώνω εδώ ότι την περίοδο 2000 -2009 είχαμε ένα τρικούβερτο πάρτι στον τομέα του φαρμάκου και η Ελλάδα ήταν πρώτη σε δαπάνες για φάρμακα ως προς το ΑΕΠ (2,8%)!

Σας δίνω μερικά νούμερα για να δούμε τι γινόταν: Συνολικά, για υγεία δαπανούσαμε 23 δις ευρώ, από τα οποία περίπου 13,5 δις ήταν δημόσιες δαπάνες και για φάρμακα δαπανούσαμε 5,6 δις στα ασφαλιστικά ταμεία και 1,5 δις στα νοσοκομεία. Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ τα φάρμακα αντιπροσώπευαν περίπου το 45-50% των δημοσίων δαπανών για την υγεία…

Το 2010, εισήλθαμε στο Μνημόνιο και εύλογα οι δανειστές ζήτησαν άμεσες παρεμβάσεις στο χώρο της υγείας και δη στο φάρμακο. Εξαρχής από το πρώτο μνημόνιο τέθηκαν δύο βασικοί δημοσιονομικοί στόχοι στην υγεία:
Οι δημόσιες δαπάνες υγείας να παραμείνουν κάτω του 6,6% του ΑΕΠ.
Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, δηλαδή, οι δαπάνες του ΕΟΠΥΥ για φάρμακα εκτός νοσοκομείων να είναι 1% του ΑΕΠ.

Το 2009, είχαμε ΑΕΠ περίπου 220 δις ευρώ και η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη ήταν 5,6 δις, ενώ με το μνημόνιο θα έπρεπε σταδιακά να μειωθεί ως τα 2,2 δις ευρώ!

Προς την κατεύθυνση αυτή, ελήφθησαν πολλά μέτρα – συνήθως βεβιασμένα, υπό πίεση και άτσαλα – όπως θετική και αρνητική λίστα φαρμάκων, επιβολή εκπτώσεων, αύξηση της συμμετοχής των ασθενών κ.ο.κ. Η μοναδική σημαντική αλλαγή υπήρξε η καθιέρωση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης,.

Πρακτικά, όμως, τα αποτελέσματα ήταν όμως πενιχρά. Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε κυρίως χάρη σε παρεμβάσεις στις τιμές των φαρμάκων, ενώ ελάχιστες παρεμβάσεις έγιναν με στόχο να ελεγχθεί ο όγκος της συνταγογράφησης φαρμάκων. Δεν είναι τυχαίο ότι σε ετήσια βάση ο αριθμός των συνταγών για φάρμακα δεν έχει μειωθεί και ακόμη και σήμερα ξεπερνά τα 62 εκατ. !

Η αδυναμία να ελεγχθούν οι δαπάνες οδήγησαν τους δανειστές να καθιερώσουν πλαφόν στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη περίπου στα 2 δις ευρώ, που ισχύει από το 2014 μέχρι και σήμερα. Κάθε υπέρβαση καλούνται να την «πληρώσουν» οι ίδιες οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις (σύστημα clawback). Στο μεταξύ βέβαια μειώθηκε κατακόρυφα και το ΑΕΠ της χώρας, φθάνοντας στα 178 δις ευρώ, περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο τα πράγματα.

Έρχομαι τώρα στη μελέτη – σταθμό της ομάδας του κ. Μανιαδάκη. Η ανάλυση των δεδομένων ανέδειξε ότι ευθύς εξαρχής ήταν τελείως αυθαίρετος ο δημοσιονομικός στόχος του 1% επί του ΑΕΠ για τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη.

Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η διαμόρφωση του προϋπολογισμού για την δαπάνη δεν μπορεί να συνδέεται μόνο με το εισόδημα (όπως γίνεται στην Ελλάδα) αλλά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλα κριτήρια όπως:
το προσδόκιμο ζωής,
η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού
οι δείκτες υγείας,
η οργάνωση και δομή του συστήματος και των πολιτικών υγείας

Ειδικότερα, λοιπόν, η ανάλυση των δεδομένων και με αυτά τα κριτήρια απέδειξε ότι χρειάζεται αύξηση του ετήσιου προϋπολογισμού για φάρμακα στη χώρα μας περίπου κατά 250 εκατ. ευρώ. Σήμερα, η υπέρβαση από τον προϋπολογισμό προσεγγίζει τα 450-500 εκατ. ευρώ!

Επίσης, για να είναι επαρκής ο προϋπολογισμός απαιτούνται μέτρα αύξησης της διείσδυσης των φθηνότερων φαρμάκων και ελέγχου στην είσοδο και χρήση των νέων, ακριβών φαρμάκων, ώστε να μεταβληθεί το μείγμα των συνταγογραφούμενων φαρμάκων.

Τέλος, η ανάλυση υποδεικνύει πως η Πολιτική Υγείας χρειάζεται επαναπροσδιορισμό και έμφαση στις μεταρρυθμίσεις και όχι οριζόντιες παρεμβάσεις μόνο στις τιμές των φαρμάκων.

Τι προτείνουν οι ερευνητές; Χρειάζεται, λένε, να δοθεί έμφαση σε παρεμβάσεις όπως:
η αξιολόγηση της καινοτομίας (Health Technology Assessment),
οι συμφωνίες εισαγωγής φαρμάκων στην αγορά,
η αξιοποίηση των στοιχείων του συστήματος ηλεκτρονικής συνταγογράφησης για την διοχέτευση των πόρων στην αποζημίωση θεραπειών, όπου υπάρχει τεκμηριωμένο όφελος,
η ένταξη Ελλάδας σε Ευρωπαϊκά Δίκτυα αξιολόγησης και διαπραγματεύσεων,
η επιμόρφωση και η υιοθέτηση κινήτρων για την ορθή συνταγογράφηση.

Ακούει κανείς εκεί στην Αριστοτέλους; Ή ασχολούνται μόνο με το πόσους γιατρούς και νοσηλευτές θα διορίσουν στα νοσοκομεία;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου